Phone
+ 357 25353555
Contact Email
melaslaw@cytanet.com.cy
Working Hours
Mon - Thurday :08:30-17:00 Friday 8:30-13:00

Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας ως πυρήνας της Αιτιολόγησης και κατ’ επέκταση της Δίκαιης Δίκης στο Κυπριακό Δίκαιο

Η Δικαστική κρίση δεν είναι η απλή εφαρμογή κανόνων δικαίου στα πραγματικά γεγονότα αλλά είναι η διαδικασία μέσω της οποίας το δικαστήριο διαμορφώνει ασφαλή πεποίθηση για τα γεγονότα ούτως ώστε να εκδώσει απόφαση. Στην κυπριακή έννομη τάξη, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η αιτιολόγηση της απόφασης δεν αποτελούν δευτερεύουσες αξίες, αλλά τον θεσμικό πυρήνα της δίκαιης δίκης, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο εθνικό όσο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο.

Αρχίζοντας, από το Εθνικό Δίκαιο,  το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να ακουστεί η υπόθεση του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογου χρόνου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Το δικαίωμα της πρόσβασης, που απολαμβάνουν φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεν εξαντλείται απλώς στην πρόσβαση του κάθε προσώπου στη διαδικασία.  Η πρόσβαση αυτή αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο εάν και εφόσον καταλήγει σε αιτιολογημένη αλλά και πειστική απόφαση. Πειστική δεν είναι η απόφαση που απλώς καταλήγει σε ένα λογικό αποτέλεσμα, αλλά εκείνη που αποδεικνύοντας τη λογική της διαδρομή είναι ικανή να πείσει τους διαδίκους.  

Παράλληλα, το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) επιβάλλει την υποχρέωση δίκαιης ακρόασης. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει καταστήσει σαφές ότι η δίκαιη δίκη προϋποθέτει πραγματική εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών και επαρκή αλλά και πειστική αιτιολόγηση των δικαστικών κρίσεων. Η αιτιολογία λοιπόν δεν είναι τυπική απαίτηση. Αποτελεί εγγύηση διαφάνειας, λογοδοσίας και αποτελεσματικού εφετειακού ελέγχου.

Η σημασία της ουσιαστικής απονομής της δικαιοσύνης δεν αποτελεί μόνο σύγχρονη νομική απαίτηση, αλλά απασχόλησε τη νομική και φιλοσοφική σκέψη ήδη από την αρχαιότητα. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του φιλόσοφου Σωκράτη, ο οποίος κατά τη δίκη του ενώπιον του Δικαστηρίου της Ηλιαίας, που τον καταδίκασε σε θάνατο, αρνήθηκε να υιοθετήσει τη συνήθη ρητορική πρακτική των κατηγορουμένων κατά το στάδιο της απολογίας του. Αντιθέτως, ζήτησε από τους ενόρκους/δικαστές να μην επικεντρωθούν στον τρόπο της ομιλίας του, αλλά στο κατά πόσον τα λεγόμενά του ήταν δίκαια. Κατά τον ίδιο, αρετή του δικαστή είναι να κρίνει δίκαια, ενώ αρετή του ρήτορα να λέει την αλήθεια.

Στο πλαίσιο αυτό, η αξιολόγηση της μαρτυρίας αναδεικνύεται σε καθοριστική λειτουργία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαθέτει το πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες καθώς παρατηρεί τη συμπεριφορά, τον τρόπο απάντησης, τη συνέπεια και την αυθορμησία τους. Ωστόσο, η διακριτική αυτή ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είναι ανεξέλεγκτη. Η κρίση περί αξιοπιστίας οφείλει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά, λογικά και συγκεκριμένα κριτήρια.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην, καθοριστικής σημασίας, απόφαση του τότε Προέδρου Εφετείου Παναγιώτη Καλλή, που υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή επιλεκτική. Η αποδοχή ή απόρριψη κρίσιμης μαρτυρίας απαιτεί ειδική και επαρκή αιτιολόγηση. Δεν αρκεί η γενική αναφορά ότι ένας μάρτυρας κρίθηκε «μη αξιόπιστος», δεν μπορεί ούτε και πρέπει να εξαντλείται σε μία ή δύο αντιφάσεις. Πρέπει να αιτιολογείται ολόκληρη η μαρτυρία, να εξηγείται επαρκώς το γιατί κρίθηκε αναξιόπιστος ο μάρτυρας. Να αναφέρονται οι αντιφάσεις, οι ασυμβατότητες με αντικειμενικά δεδομένα πχ ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα από την Ανατολή και δύει από την Δύση, η ανακολουθία ή η σύγκρουση με τεκμηριωμένη αποδεικτικό υλικό.

Η πειστική απόφαση έχει καθοριστικό κοινωνικό ρόλο και αυτό γιατί επηρεάζει όχι μόνο τους διαδίκους, τους εγγυητές, τους συγγενείς αυτών αλλά και ολόκληρη την κοινωνία.  Απ’ αυτά αποδεικνύεται εύκολα ο κοινωνικός ρόλος της πειστικής απόφασης καθώς η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης δύναται να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού προς τη δικαιοσύνη και να προκαλέσει ευρύτερη κοινωνική αναταραχή. Όταν οι αποφάσεις εμφανίζονται αυθαίρετες ή ανεξήγητες, δημιουργείται η εντύπωση άνισης ή αδιαφανούς μεταχείρισης, γεγονός που πλήττει την έννοια του κράτους δικαίου στην συνείδηση των πολιτών. Αντιθέτως, η επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης της κοινωνικής νηνεμίας εφόσον η ύπαρξη της καθιστά σαφή τη λογική της δικαστικής κρίσης και ενισχύει το αίσθημα δικαιοσύνης και ασφάλειας δικαίου.

Η ανεπαρκής αιτιολόγηση οδηγεί σε παραβίαση τόσο του Άρθρου 30 του Συντάγματος όσο και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθότι πλήττει την ίδια τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της δικαστικής λειτουργίας. Υπό αυτό το πλαίσιο, η έννοια της πειστικής απόφασης αποκτά θεσμική σημασία.

Εν κατακλείδι, η δίκαιη δίκη διασφαλίζεται όταν η μαρτυρία αξιολογείται ορθολογικά και η απόφαση αιτιολογείται επαρκώς. Η ποιότητα της δικαστικής κρίσης αντανακλάται στην ποιότητα της αιτιολογίας της.

Στο κυπριακό δικαιικό σύστημα, όπως διαμορφώνεται υπό το φως του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η αιτιολόγηση της απόφασης αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται ο πραγματικός πυρήνας της δίκαιης δίκης.